Στην Ελλάδα μιλάμε συχνά για ενέργεια, επενδύσεις, ανάπτυξη και κλίμα. Πολύ λιγότερο μιλάμε για το νερό. Κι όμως, το νερό είναι ο πόρος που συνδέει όλα τα παραπάνω. Χωρίς νερό δεν υπάρχει γεωργία, δεν υπάρχει τουρισμός, δεν υπάρχει αστική ανάπτυξη. Και σήμερα, αυτός ο πόρος βρίσκεται σε πίεση που δεν μπορεί πια να αγνοηθεί.
Η λειψυδρία δεν είναι ένα σπάνιο φαινόμενο που εμφανίζεται κάθε λίγα χρόνια. Είναι μια νέα κανονικότητα που διαμορφώνεται από την κλιματική αλλαγή, τη χρόνια υπερεκμετάλλευση και τις διαρθρωτικές αδυναμίες του τρόπου με τον οποίο διαχειριζόμαστε το νερό. Όσο συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα ως «έκτακτη ανάγκη» και όχι ως μόνιμο κίνδυνο, τόσο θα βρισκόμαστε ένα βήμα πίσω από τις εξελίξεις.
Δεν πρόκειται για μια ελληνική ιδιαιτερότητα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η λειψυδρία και η πίεση στους υδατικούς πόρους αναγνωρίζονται πλέον ως στρατηγικοί κίνδυνοι, όπως αποτυπώνεται τόσο στην Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα (2000/60/ΕΚ)
https://environment.ec.europa.eu/topics/water/water-framework-directive_en
όσο και στη συνολική στρατηγική της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας
https://commission.europa.eu/strategy-and-policy/priorities-2019-2024/european-green-deal_en
Η Ελλάδα, ωστόσο, έχει μια ιδιαιτερότητα που κάνει το πρόβλημα πιο έντονο: το νερό έρχεται όταν δεν το χρειαζόμαστε τόσο και λείπει όταν το χρειαζόμαστε περισσότερο. Οι βροχοπτώσεις συγκεντρώνονται κυρίως τους χειμερινούς μήνες. Το καλοκαίρι, όταν ο τουρισμός εκτοξεύει τη ζήτηση και η γεωργία χρειάζεται νερό για να σταθεί όρθια, τα αποθέματα μειώνονται. Αυτό το χάσμα δεν είναι θεωρητικό. Είναι η βασική αιτία των υδατικών ελλειμμάτων που εμφανίζονται όλο και συχνότερα.
Κι αν κάποιος πιστεύει ότι το πρόβλημα περιορίζεται σε λίγες άνυδρες περιοχές, αρκεί να δει τα στοιχεία. Περίπου το 74% της κατανάλωσης νερού στη χώρα κατευθύνεται στη γεωργία. Σε πολλές περιοχές, η άντληση υπόγειων υδάτων έχει φτάσει σε οριακά επίπεδα. Τα υπόγεια αποθέματα, όμως, δεν είναι ανεξάντλητα. Είναι ο «κουμπαράς» της χώρας. Και όταν τον αδειάζεις σταθερά πιο γρήγορα απ’ όσο γεμίζει, το πρόβλημα δεν αργεί να φανεί – απλώς, όταν φανεί, είναι ακριβό και δύσκολο να διορθωθεί.
Το Αιγαίο είναι η πιο ξεκάθαρη προειδοποίηση. Σε πολλά νησιά, ο πληθυσμός το καλοκαίρι αυξάνεται έως και 10 ή 15 φορές. Το νερό, όμως, δεν αυξάνεται. Η απάντηση μέχρι σήμερα είναι συνήθως η μεταφορά νερού από την ηπειρωτική Ελλάδα. Μια λύση που μπορεί να λειτουργεί προσωρινά, αλλά δεν είναι ούτε φθηνή, ούτε βιώσιμη, ούτε στρατηγική. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής εξάρτηση και ένα ολοένα αυξανόμενο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν γνωρίζουμε τι πρέπει να γίνει. Το γνωρίζουμε. Και το γνωρίζει και η Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ και χρόνια. Η Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα προβλέπει ολοκληρωμένη διαχείριση ανά λεκάνη απορροής, προστασία της ποσοτικής και ποιοτικής κατάστασης των υδάτων και πρόληψη της υπεράντλησης. Το ζήτημα δεν είναι το πλαίσιο. Είναι η εφαρμογή.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η εποχή της αποκλειστικής διαχείρισης προσφοράς έχει τελειώσει. Δεν μπορούμε να λύνουμε κάθε πρόβλημα νερού ανοίγοντας νέες γεωτρήσεις ή μεταφέροντας πόρους από αλλού. Αυτό που χρειάζεται είναι διαχείριση ζήτησης: λιγότερες απώλειες, πιο αποδοτικά δίκτυα, έξυπνη άρδευση, επαναχρησιμοποίηση νερού και προστασία οικοσυστημάτων που λειτουργούν ως φυσικές δεξαμενές.
Και εδώ έρχεται το πολιτικό σκέλος. Η μετάβαση αυτή δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα επιλογών. Σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξουν κίνητρα, να αγγιχθούν κατεστημένες πρακτικές και να υπάρξει σαφές πλαίσιο με συνέχεια. Σημαίνει ότι η διακυβέρνηση του νερού πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ζήτημα εθνικής σημασίας.
Την ίδια στιγμή, το ευρωπαϊκό πλαίσιο γίνεται πιο απαιτητικό. Το νερό έχει μπει στον πυρήνα των κριτηρίων ESG. Με την CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive), μεγάλες επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί υποχρεούνται να γνωστοποιούν την κατανάλωση νερού, τους υδατικούς κινδύνους και τα μέτρα που λαμβάνουν για τη μείωσή τους
https://finance.ec.europa.eu/capital-markets-union-and-financial-markets/company-reporting-and-auditing/company-reporting/corporate-sustainability-reporting_en
Αυτό σημαίνει κάτι πολύ πρακτικό: η έλλειψη δεδομένων, οι αδύναμες υποδομές και η κακή διαχείριση νερού δεν είναι πια μόνο περιβαλλοντικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα ανταγωνιστικότητας για την οικονομία.
Παράλληλα, η EU Taxonomy καθορίζει ποιες επενδύσεις θεωρούνται πραγματικά βιώσιμες. Η βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτων αποτελεί έναν από τους έξι περιβαλλοντικούς στόχους της
https://finance.ec.europa.eu/sustainable-finance/tools-and-standards/eu-taxonomy-sustainable-activities_en
Έργα που μειώνουν απώλειες στα δίκτυα, προωθούν την επαναχρησιμοποίηση, ενισχύουν την ανθεκτικότητα στη λειψυδρία και προστατεύουν τα υδατικά σώματα αποκτούν πλέον σαφές πλεονέκτημα στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Το μήνυμα είναι καθαρό: όποιος δεν επενδύει σωστά στο νερό, μένει πίσω.
Η Ελλάδα, λοιπόν, βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή. Μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τη λειψυδρία ως ένα ενοχλητικό αλλά διαχειρίσιμο πρόβλημα. Ή μπορεί να την αναγνωρίσει ως αυτό που είναι: έναν συστημικό κίνδυνο που απαιτεί στρατηγική απάντηση.
Γιατί το νερό δεν περιμένει. Και όσο καθυστερούμε, τόσο ακριβότερη γίνεται η προσαρμογή. Αν η χώρα θέλει να μιλά σοβαρά για βιώσιμη ανάπτυξη, επενδύσεις και ανθεκτικότητα, πρέπει πρώτα να απαντήσει στο πιο βασικό ερώτημα: πώς θα διασφαλίσει ότι το νερό – ο πιο θεμελιώδης πόρος όλων – δεν θα γίνει ο αδύναμος κρίκος της.
Και αυτό το ερώτημα δεν αντέχει άλλη αναβολή.
Η απάντηση, όμως, δεν εξαντλείται στην κατασκευή νέων έργων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θέτει «εντολές» για περισσότερες υποδομές. Θέτει ποιοτικούς και διαχειριστικούς στόχους: καλή ποσοτική και χημική κατάσταση υδάτων, πρόληψη της υποβάθμισης, ολοκληρωμένη διαχείριση σε επίπεδο λεκάνης απορροής και εφαρμογή της αρχής της ανάκτησης κόστους. Το πλαίσιο είναι σαφές: βιωσιμότητα, διαφάνεια και οικονομική πειθαρχία.
Σε αυτή τη λογική εντάσσεται και το εθνικό πρόγραμμα ΥΔΩΡ 2.0 , μια ελληνική πρωτοβουλία μεγάλης κλίμακας που έχει ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια με στόχο την αντιμετώπιση χρόνιων προβλημάτων άρδευσης μέσω κατασκευής και αναβάθμισης φραγμάτων, αρδευτικών δικτύων, λιμνοδεξαμενών, έργων μεταφοράς και διανομής νερού, καθώς και έξυπνων συστημάτων άρδευσης. Το πρόγραμμα υλοποιείται μέσω Συμπράξεων Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), με σημαντική χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, και ευθυγραμμίζεται ουσιαστικά με τους στόχους της Οδηγίας-Πλαίσιο για τα Ύδατα και της ευρωπαϊκής πολιτικής για ανθεκτικότητα και αποδοτική χρήση πόρων.
Στο πλαίσιο του ΥΔΩΡ 2.0, η FCNC παρέχει χρηματοοικονομικές συμβουλευτικές υπηρεσίες στο αρδευτικό έργο ΣΔΙΤ του Ταυρωπού, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση βιώσιμης χρηματοδοτικής και συμβατικής δομής για ένα έργο στρατηγικής σημασίας.
Παράλληλα, σε ένα ρυθμιστικό περιβάλλον που μετασχηματίζεται ριζικά, η συνεργασία με Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) αποκτά κρίσιμη σημασία. Στο νέο πλαίσιο λειτουργίας των παρόχων ύδατος, όπως διαμορφώνεται από το θεσμικό πλαίσιο και τον ρόλο της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (RAAEY), οι ΔΕΥΑ καλούνται να ενισχύσουν τη διαχειριστική τους επάρκεια, τη χρηματοοικονομική τους βιωσιμότητα και τη συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά κριτήρια ανάκτησης κόστους.
Η σύνταξη ολοκληρωμένων επιχειρηματικών σχεδίων και η υιοθέτηση σύγχρονης τιμολογιακής πολιτικής δεν είναι πλέον μόνο βέλτιστες πρακτικές, αλλά απαραίτητα εργαλεία για τη διασφάλιση βιώσιμης λειτουργίας, πρόσβασης σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και την πρακτική εφαρμογή των αρχών που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση για το κόστος και τη διαχείριση υδατικών πόρων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η FCNC υποστηρίζει τις ΔΕΥΑ στη διαμόρφωση πενταετών επιχειρησιακών σχεδίων και στην ανάπτυξη τιμολογιακών πολιτικών που αντιστοιχούν σε πραγματικά κόστη υπηρεσιών ύδατος, σε ευθυγράμμιση με τις κατευθύνσεις της ΡΑΑΕΥ και την ευρωπαϊκή αρχή ανάκτησης κόστους ύδατος, ενισχύοντας έτσι τη διαχειριστική επάρκεια και επενδυτική ωριμότητα των φορέων. Διότι τελικά, η βιώσιμη διαχείριση του νερού δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα οικονομικής οργάνωσης, θεσμικής συνέπειας και επενδυτικής ωριμότητας. Από τα μεγάλα αρδευτικά ΣΔΙΤ έως τη λειτουργική αναδιάρθρωση των ΔΕΥΑ, η πρόκληση είναι κοινή: να συνδεθεί η περιβαλλοντική ευθύνη με τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα.
Και εκεί κρίνεται αν το νερό θα αποτελέσει μοχλό ανθεκτικότητας — ή τον αδύναμο κρίκο της χώρας.